Το άρθρο αυτό αναφέρεται στον πονοκέφαλο που οφείλεται σε ανεύρυσμα του εγκεφάλου και στη διαφοροποίηση ενός τέτοιου πονοκεφάλου από καλοήθεις κεφαλαλγίες, όπως η ημικρανία. 

Πάρα πολλοί άνθρωποι σκέφτονται ή φοβούνται πως οι πονοκέφαλοι που τους ταλαιπωρούν μπορεί να οφείλονται σε ένα ανεύρυσμα του εγκεφάλου, αυτό όμως συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια και θα δούμε αμέσως γιατί. Είναι αλήθεια πως δεν είναι στατιστικά απίθανο κάποιος  άνθρωπος να έχει ένα εγκεφαλικό ανεύρυσμα. Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν πως αυτό μπορεί να συμβαίνει περίπου ως και στο 3% του πληθυσμού. Ωστόσο, τα εγκεφαλικά ανευρύσματα είναι μεν σχετικά κοινά, αλλά σπάνε σπάνια. Η πιθανότητα ρήξης ενός ανευρύσματος είναι λιγότερο από 0.5% ανά έτος. Έτσι, η πιθανότητα και να έχει κάποιος ένα ανεύρυσμα και αυτό να σπάσει, είναι στατιστικά εξαιρετικά μικρή. Έτσι, δεν είναι παράξενο πως ακόμη και αν σε έναν άνθρωπο βρεθεί ένα ανεύρυσμα, υπάρχουν πολλά στοιχεία που θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν πριν την απόφαση για την περαιτέρω αντιμετώπιση του. Θα πρέπει να τονιστεί όμως πως παράγοντες όπως το μέγεθος, η θέση του ανευρύσματος, αλλά και το αν υπάρχουν αγγειακοί παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, υπέρταση, παχυσαρκία, διαβήτης κ.α.) είναι ιδιαίτερα σημαντικοί, αλλά και το αν το ανεύρυσμα είναι μονήρες ή πολλαπλό (δηλαδή αν υπάρχει μόνο ένα ή περισσότερο από ένα ανευρύσματα). Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να ληφθεί μια απόφαση για άμεση αντιμετώπιση ενός μη ραγέντος ανευρύσματος ενώ σε άλλες, μπορει να συστηθεί παρακολούθηση.

Σε κάθε περίπτωση, αν ένα ανεύρυσμα σπάσει, δημιουργείται αιμορραγία μέσα στο κεφάλι, που ονομάζεται υπαραχνοειδής αιμορραγία. Ο πονοκέφαλος που προκαλείται από ρήξη (σπάσιμο) ανευρύσματος είναι εξαιρετικά έντονος, έχει απότομη έναρξη και πάρα πολύ γρήγορα φτάνει στην κορύφωσή του. "Σαν να δέχτηκα ένα χτύπημα στο κεφάλι με σφυρί", λένε κάποιοι ασθενείς,  ενώ ιατρικά ένας τέτοιος πονοκέφαλος ονομάζεται "κεραυνοβόλος κεφαλαλγία", όρος που αντικατοπτρίζει εύστοχα την οξύτατη έναρξη και κορύφωση. Μπορεί να συνοδεύεται από δυσανεξία σε φως και θόρυβο, καθώς και εμέτους και μπορεί να οδηγήσει τον ασθενή σε απώλεια αισθήσεων. Ένας τέτοιος, "κεραυνοβόλος", πονοκέφαλος αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση, καθώς η υπαραχνοειδής αιμορραγία μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρή αναπηρία στον ασθενή. Έτσι, αν κάποιος άνθρωπος παρουσιάσει έναν πονοκέφαλο με τα χαρακτηριστικά αυτά, χρειάζεται άμεσα να αναζητήσει ιατρική συμβουλή και βοήθεια. Ολοκληρώνοντας τη συνοπτική αυτή παρουσίαση σχετικά με τον πονοκέφαλο που προκαλούν τα εγκεφαλικά ανευρύσματα, θα πρέπει να προστεθεί πως και ένα ανεύρυσμα που δεν έχει σπάσει θεωρείται πως μπορεί επίσης να προκαλεί πονοκέφαλο, ο οποίος μπορεί να οφείλεται στο ότι το ανεύρυσμα μεγαλώνει, στο ότι παρουσιάζει μικρορρήξεις, ή στο ότι -ένα ήδη πολύ μεγάλο ανεύρυσμα- πιέζει παρακείμενες εγκεφαλικές δομές. Ένας πονοκέφαλος από μη ραγέν ανεύρυσμα που μεγαλώνει θα έχει χαρακτηριστική προοδευτική επιδείνωση, δηλαδή θα χειροτερεύει με το πέρασμα του χρόνου, ενώ ένας πονοκέφαλος από μικρορρήξεις ενός ανευρύσματος που μεγαλώνει θα έχει τα χαρακτηριστικά της κεραυνοβόλου κεφαλαλγίας, που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Όπως προαναφέρθηκε, πολλοί άνθρωποι με χρόνιους πονοκεφάλους, ιδίως αν έχουν μεγάλη ένταση όπως μία ημικρανία, συχνά ανησυχούν πως ένα ανεύρυσμα ή κάποια άλλη σοβαρή αιτία ευθύνεται για τις κεφαλαλγίες τους. Οι ημικρανικοί πονοκέφαλοι όμως δεν έχουν καμία αιτιολογική σχέση με τα ανευρύσματα, ούτε τα συμπτώματα μιας ημικρανίας μοιάζουν με τα συμπτώματα ενός πονοκεφάλου που οφείλεται σε ανεύρυσμα. Τα ανευρύσματα δεν είναι δυνατόν να προκαλούν πονοκεφάλους με τα χαρακτηριστικά της ημικρανίας (για τα τυπικά χαρακτηριστικά της ημικρανίας, δείτε εδώ) που εμφανίζονται περιοδικά, για χρόνια, διαρκούν για ώρες ή λίγες ημέρες και στη συνέχεια υποχωρούν πλήρως. Ακόμη και στην περίπτωση που σε άνθρωπο με ιστορικό ημικρανίας βρεθεί σε κάποια εξέταση ένα εγκεφαλικό ανεύρυσμα, θα πρέπει να γίνει διευκρίνηση πως πρόκειται για ένα τυχαίο εύρημα, άσχετο με τις ημικρανίες του. Εξάλλου, καθώς η ημικρανία αφορά περισσότερους από 10 σε κάθε 100 ανθρώπους, ενώ τα εγκεφαλικά ανευρύσματα υπάρχουν περίπου στο 3% του πληθυσμού, δεν είναι καθόλου απίθανο, λόγω τυχαίας συνύπαρξης, κάποιος άνθρωπος να πάσχει και από ημικρανία, αλλά και να έχει ένα εγκεφαλικό ανεύρυσμα. Τα ανευρύσματα όμως δεν είναι πιο συχνά στους ημικρανικούς, από ότι στον υπόλοιπο πληθυσμό. Ούτε η πιθανότητα ρήξης ενός ανευρύσματος είναι μεγαλύτερη σε άτομα με ημικρανία, από ότι σε οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Και,  καθώς ο πονοκέφαλος που οφείλεται σε σπάσιμο ανευρύσματος έχει σαφώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά μιας ημικρανίας, ακόμη και σε άτομα με ιστορικό ημικρανίας, δεν είναι εύκολο να γίνει σύγχυση μεταξύ ενός τέτοιου, σοβαρού πονοκεφάλου, και μίας κρίσης ημικρανίας.

Γιατί όμως κατά καιρούς ακούγεται για κάποιον που υπέστη ρήξη ανευρύσματος πως "...είχε χρόνια ισχυρούς πονοκεφάλους, δεν τους είχε διερευνήσει, και τελικά ήταν ανεύρυσμα..."; Στις περιπτώσεις αυτές η σύνδεση των παλαιών και χρονίων πονοκεφάλων με την εμφάνιση, κάποια στιγμή, μιας ρήξης ανευρύσματος είναι αυθαίρετη και ιατρικά δεν σχετίζεται, είναι όμως κατανοητό πως άνθρωποι με χωρίς ιατρικές γνώσεις μπορεί να κάνουν μια τέτοια συσχέτιση, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το τι συνέβη. Καθήκον του ιατρού είναι όμως να διαχωρίσει τα δύο φαινόμενα και να τα εξηγήσει ιατρικά. Θα πρέπει εδώ βέβαια να τονιστεί πως άτομα με ιστορικό ημικρανίας, αν παρουσιάσουν έναν καινούργιο πονοκέφαλο με διαφορετικά χαρακτηριστικά από ότι συνήθως, ειδικά αν έχει τα χαρακτηριστικά της "κεραυνοβόλου" κεφαλαλγίας, θα πρέπει να ζητήσουν άμεσα ιατρική συμβουλή και όχι να επαναπαυτούν στο παλιό ιστορικό και την διάγνωση που ήδη έχουν. 

 Ο ειδικός νευρολόγος θα πρέπει να διακρίνει σωστά τις πιθανές αιτίες μιας κεφαλαλγίας, και θα κάνει την σωστή διάγνωση χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες εξετάσεις, αν χρειαστεί να γίνουν (όπως μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου ή αγγειογραφία εγκεφάλου, ανάλογα με την περίπτωση). Αν το ιστορικό είναι ξεκάθαρο για ημικρανία και δεν πρόκειται για συμπτώματα που εμφανίστηκαν  σχετικά πρόσφατα, πιθανότατα δεν θα χρειαστεί να γίνει καμία εξέταση, βέβαια. Σε περίπτωση που σε κάποιον έλεγχο βρεθεί ένα μη ραγέν εγκεφαλικό ανεύρυσμα και αν κριθεί πως θα πρέπει να γίνει αντιμετώπιση και όχι παρακολούθηση, η θεραπεία συνήθως γίνεται αποτελεσματικά με την μέθοδο του εμβολισμού, η οποία εξασκείται από ειδικούς επεμβατικούς νευροακτινολόγους ή νευροχειρουργούς, ενώ σε κάποιες, λιγότερες περιπτώσεις μπορεί χειρουργική επέμβαση με πολύ θετικά αποτελέσματα