Αν και αφορά περισσότερους από ένα εκατομμύριο Έλληνες, η ημικρανία παραμένει μια υποτιμημένη πάθηση. Ο περίγυρος, επαγγελματικός, κοινωνικός, ακόμη και ο προσωπικός των πασχόντων σπάνια δείχνει κατανόηση και συμπαράσταση στο πρόβλημα τους- κάτι ομολογουμένως όχι τόσο περίεργο, καθώς ένας μη ημικρανικός άνθρωπος είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσει πόσο πολύ μπορεί να υποφέρει ένας ημικρανικός στη διάρκεια μιας κρίσης.

Επίσης, οι υπεύθυνοι για το σχεδιασμό της πολιτικής της Υγείας δεν ασχολούνταν, ως τώρα, σε βάθος με το θέμα. Ακόμη και σήμερα, τα εξειδικευμένα Ιατρεία Κεφαλαλγίας είναι πολύ λίγα για τον πληθυσμό της χώρας και ολόκληρα γεωγραφικά διαμερίσματα δεν έχουν πρόσβαση σε ειδικευμένους ιατρούς. Και οι ίδιοι οι ασθενείς με ημικρανία όμως, συχνά υποτιμούν το πρόβλημα τους και, παρά την επαναλαμβανόμενη και για χρόνια ταλαιπωρία που υφίστανται, δεν ζητούν επίμονα ιατρική βοήθεια και ανακούφιση. Στατιστικά στοιχεία δείχνουν πως οι περισσότεροι ημικρανικοί στην Ελλάδα δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ γιατρό για να συζητήσουν τις πιθανές λύσεις. Ακόμη και ημικρανικοί με συχνές ημικρανίες, πάνω από 4 ημέρες το μήνα, συχνά δεν επιζητούν λύση.

Η διάγνωση της ημικρανίας είναι, όπως ανέκαθεν ήταν, απλή για έναν καλό κλινικό ιατρό. Με βάση το ιστορικό, λαμβάνοντας υπόψιν τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια κεφαλαλγίας που οι ημικρανικοί αναφέρουν, την πλήρη ύφεση του πόνου μετά την παρέλευση της κρίσης, τα συνοδά συμπτώματα της δυσανεξίας σε φως, ήχους ή και οσμές, αλλά και την ανάγκη για περιορισμό των δραστηριοτήτων που ένας ημικρανικός συνήθως παρουσιάζει, ο νευρολόγος μπορεί τις περισσότερες φορές να θέσει σωστά τη διάγνωση, χωρίς καν να χρειαστεί περαιτέρω εξετάσεις. Οι εξετάσεις, όταν και αν γίνουν, απλά αποκλείουν άλλες καταστάσεις.

Η διάγνωση της ημικρανίας είναι λοιπόν απλή, η αξιολόγηση της επιβάρυνσης που προκαλεί όμως στην ποιότητα ζωής κάθε συγκεκριμένου ασθενούς απαιτεί από τον γιατρό εμπειρία και κυρίως διάθεση να κατανοήσει το πλήρες μέγεθος του προβλήματος. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι χαμένες μέρες από την εργασία ή την προσωπική ζωή, αν και φυσικά είναι η πιο σημαντική παράμετρος. Πρόβλημα στην ημικρανία είναι και οι ημέρες που ο ημικρανικός πασχίζει να ανταποκριθεί στην καθημερινότητα, αν και πονάει. Πρόβλημα είναι η μεγάλη χρήση αναλγητικών, που συχνά αναγκάζεται να κάνει. Και σαφώς πρόβλημα είναι ότι ακόμη και σε ημέρες χωρίς κρίση, η ανησυχία για το πότε θα έρθει μια επόμενη κρίση αναγκάζει πολλούς ημικρανικούς ανθρώπους να αναβάλουν ή να ματαιώνουν υποχρεώσεις. Με μια τέτοια επιβάρυνση στην ποιότητα ζωής, δεν υπάρχει αμφισβήτηση πως η ημικρανία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται θεραπευτικά.

Ωστόσο, καθώς είναι μια γενετικά καθοριζόμενη πάθηση, η ημικρανία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ριζικά. Αυτό δεν σημαίνει όπως πως δεν υπάρχουν πολλά που μπορεί να γίνουν. Πέρα από τη φαρμακευτική θεραπεία, σε κάποιους ανθρώπους, ουσιαστικό τμήμα της αντιμετώπισης της ημικρανίας σχετίζεται με την υιοθέτηση συγκεκριμένου τρόπου ζωής με τακτικό ημερήσιο πρόγραμμα, άσκηση και υγιεινό διαιτολόγιο. Η σύγχρονη ιατρική όμως έχει πολλούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση, στους οποίους περιλαμβάνονται ειδικά αντι-ημικρανικά παυσίπονα, προληπτικά χορηγούμενα φάρμακα ή συμπληρώματα διατροφής, αλλά και μεθόδους όπως η χρήση ιατρικών συσκευών ή η χορήγηση βοτουλινικής τοξίνης.

Μέσα στην επόμενη διετία αναμένουμε την έλευση μιας νέας γενιάς αντιημικρανικών φαρμάκων. Τα νέα αυτά φάρμακα δημιουργήθηκαν μετά την ανακάλυψη ότι μια χημική ουσία του οργανισμού που ονομάζεται CGRP είναι κομβική στην ημικρανία, καθώς σχετίζεται με δράση και στα αγγεία, αλλά και στο ίδιο το νευρικό σύστημα. Ο έλεγχος της δραστηριότητας λοιπόν του μορίου ίσως επιφέρει τη λύση στο πρόβλημα της ημικρανίας. Έτσι, δημιουργήθηκαν από επιστήμονες με τη χρήση της πιο σύγχρονης ιατρικής τεχνολογίας τα μονοκλωνικά αντισώματα κατά του CGRP. Τα φάρμακα αυτά, που τώρα έχουν ολοκληρώσει το στάδιο των κλινικών μελετών, είναι απόλυτα εξειδικευμένα για την ημικρανία. Δεν θα χορηγούνται με μορφή χαπιού, αλλά με μορφή υποδόριας ένεσης, όπως δηλαδή ένα απλό εμβόλιο, μία φορά το μήνα. Αυτό φαίνεται πως θα είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς η καθημερινή λήψη θεραπειών με μορφή χαπιών κουράζει αρκετούς ημικρανικούς, οι οποίοι αμελούν, ξεχνούν ή και σταματούν τη θεραπεία τους. Τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν πως φαίνεται πως προσφέρουν μια καλή προληπτική κατά της ημικρανίας δράση, με μείωση της συχνότητας των κρίσεων. Όσον αφορά τις ενδεχόμενες παρενέργειες, αυτές είναι σχετικά λίγες, κάτι αναμενόμενο λόγω του απόλυτα στοχευμένου τρόπου δράσης τους. Έτσι, τα μονοκλωνικά αντισώματα κατά του CGRP αναμένεται να αποτελέσουν μια καλή επιλογή στη θεραπευτική μας φαρέτρα κατά της της ημικρανίας.

(άρθρο στο Περιοδικό Marie Claire, τεύχος Ιανουαρίου 2018).