Παρά την εκτεταμένη χρήση διαφόρων εναλλακτικών θεραπειών στην ημικρανία (για παράδειγμα: ομοιοπαθητική, βελονισμός αλλά και διάφορες άλλες), μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμμία επιστημονική απόδειξη ότι κάποια εναλλακτική θεραπεία στην ημικρανία έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Για να γίνει αντιληπτό το πως ακριβώς μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστούν ορισμένα βασικά θέματα ιατρικής μεθοδολογίαςΌταν μία καινούργια θεραπεία για την ημικρανία δοκιμάζεται, θα πρέπει να αποδείξει την ανωτερότητά της απέναντι στο placebo, σε μελέτες που γίνονται με συγκεκριμένη μεθοδολογία που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το placebo (αλλιώς: εικονικό φάρμακο) κατασκευάζεται ως ένα χάπι ίδιο σε μορφή, βάρος, γεύση με το υπό δοκιμή φάρμακο, χωρίς όμως να έχει καμμία δραστική ουσία μέσα. Είναι δηλαδή, μία εντελώς αδρανής απομίμηση του δοκιμαζόμενου φαρμάκου. Οι ασθενείς που συμμετέχουν στην έρευνα γνωρίζουν ότι θα λάβουν είτε το υπό δοκιμή φάρμακο είτε το placebo (έχουν ενημερωθεί και συναινέσει για την συμμετοχή τους στην έρευνα), αλλά δεν ξέρουν αν τελικά αυτό που έλαβαν ήταν το δοκιμαζόμενο φάρμακο ή το placebo. Αυτό γίνεται για να μην μπορεί η "προδιάθεση" που έχουν, θετική ή αρνητική να επηρεάσει τη γνώμη που θα εκφέρουν. Επιπλέον, ούτε ο γιατρός που διενεργεί την έρευνα γνωρίζει αν ο κάθε συγκεκριμένος ασθενής έλαβε το υπό δοκιμή φάρμακο ή το placebo (για να αποφευχθεί παρεμβολή της δικής του "προδιάθεσης", θετικής ή αρνητικής). Αν και κάποιος θα περίμενε η αποτελεσματικότητα του placebo να ήταν 0%, είναι εντυπωσιακό ότι στις ημικρανίες το 5-20% των ασθενών που παίρνουν placebo έχει πολύ καλά αποτελέσματα. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να έχει διάφορες εξηγήσεις (τυχαία ύφεση της ημικρανίας σε κάποιους ασθενείς, αποτέλεσμα της θετικής σκέψης που δίνει η πιθανή χορήγηση κάποιας θεραπείας σε άλλους, αλλά και διάφορες ακόμη εξηγήσεις), αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι ένα φάρμακο για να κυκλοφορήσει πρέπει να αποδείξει ότι είναι (κατά πολύ) ανώτερο του placebo. Έτσι, για τα φάρμακα που κυκλοφορούν με συγκεκριμένα στοιχεία γνωρίζουμε ποια είναι η αποτελεσματικότητά τους. Ωστόσο, για τις εναλλακτικές θεραπείες, είτε δεν ξέρουμε την αποτελεσματικότητα τους, είτε, όπου έχουν γίνει μελέτες, φαίνεται να είναι παρόμοια του placebo. Ως εκ τούτου, οι διεθνείς επιστημονικές οργανώσεις θεωρούν ότι οι εναλλακτικές θεραπείες (όπως και φαρμακευτικές θεραπείες για τις οποίες δεν υπάρχει απόδειξη της δράσης τους) δεν μπορεί να προτείνονται ως θεραπείες σε ασθενείς με ημικρανία.

Ο γράφων το κείμενο αυτό, που κατά την ιατρική διαδρομή του έχει συναντήσει τόσο ασθενείς με ημικρανία που υποστηρίζουν ότι βοηθήθηκαν από κάποια εναλλακτική θεραπεία, όσο και άλλους, περισσότερους, που δεν βοηθήθηκαν ακόμη και μετά από πολυετείς θεραπείες, πιστεύει ότι κατά την άσκηση της ιατρικής σε κάποιο ιατρείο κεφαλαλγίας, η επιστημονικότερη άποψη έχει ως εξής: Θα πρέπει να διευκρινίζεται σε ανθρώπους με ημικρανία ότι οι εναλλακτικές θεραπείες δεν έχουν καμμία απόδειξη για τη δράση τους (σε αντίθεση με τις φαρμακευτικές θεραπείες) ή και ότι, σε κάποιες περιπτώσεις θεραπειών, υπάρχει και απόδειξη ότι η δράση τους είναι εφάμιλλη του palcebo. Έτσι, εναλλακτικές θεραπείες δεν είναι δυνατόν να προτείνονται στα πλαίσια της άσκησης της επιστημονικά τεκμηριωμένης ιατρικής επιστήμης. Σε περίπτωση που κάποιος ασθενής επιθυμεί να δοκιμάσει, και υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που πραγματικά είναι "φιλικά" διακείμενοι στις εναλλακτικές θεραπείες και αρνητικά διακείμενοι στις φαρμακευτικές) θα πρέπει να του διευκρινίζεται ότι εφόσον το επιθυμεί θα ήταν καλό να το κάνει, για ορισμένο χρονικό διάστημα και κατόπιν να κρίνει τη θεραπεία (όπως εξάλλου θα κρίνει και την φαρμακευτική θεραπεία). Αν βοηθά, ασφαλώς και θα πρέπει να την ακολουθήσει. Διαφορετικά όμως, η επι μακρόν παραμονή σε μία εναλλακτική θεραπεία χωρίς αποτέλεσμα (πολλά προσωπικά παραδείγματα στη διάθεση του γράφοντα) απλά παρατείνει μία επώδυνη κατάσταση που υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής.